Ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να έχω αυτοκίνητο σε αυτή την πόλη (σ.σ. στην Αθήνα). Ποια χρησιμότητα, άραγε, μπορεί να έχει το αυτοκίνητο, ειδικά όταν είσαι μόνιμος κάτοικος του Λαβυρίνθου. Ανέκαθεν πίστευα πως ό,τι μεταφέρει μόναχα τον εαυτό μας πρέπει να αρκείται σε έναν Χ2 μηχανισμό κίνησης (όπως τα 2 πόδια μας, ένα ποδήλατο, μια μοτοσικλέτα). Αντίθετα, ότι μεταφέρει εμπόρευμα χρειάζεται καλύτερη πρόσφυση, ενισχυμένο σασί και περισσότερο σύνθετο μηχανισμό κίνησης (όπως τα τετράποδα, τα 2Χ4 τετράτροχα και τα 4Χ4 τετράτροχα). Τα τρίποδα και τα τρίτροχα φαίνεται να ανταποκρίνονται σε ειδικές-πραγματικές ανάγκες, γι’ αυτό και σπανίζουν (π.χ. αναπηρικές μοτοσικλέτες, μεταφορικά scooter, τσιγγάνικα τρίκυκλα, κ.α.).
Ανέκαθεν ένιωθα την ανάγκη να φτάνω κάπου με το ραχάτι μου και πάντοτε με έναν δικό μου τρόπο, διαφορετικό τρόπο κάθε φορά.
Εχθές το βράδυ θελήσαμε, εγώ και η αγαπημένη μου, να κάνουμε έναν περίπατο στα στενά και στις λεωφρόρους του Λαβυρίνθου, με σκοπό να βρούμε μια μικρή ζωντανή πλατεία όπου συχνάζουν αυθεντικοί άνθρωποι του Λαβυρίνθου. Αφήσαμε πίσω μας την οδό Κυψέλης και ξεκινήσαμε, χέρι-χέρι, για να πιάσουμε την Πατησίων. Δεν θυμάμαι, πόσες φορές αναγκαστήκαμε να αφήσουμε τα χέρια. Δεν θυμάμαι ανόητα πράγματα. Έχουμε κάνει μια συμφωνία την οποία ανανεώσαμε καθώς ξεκινούσαμε: να μη δίνουμε σημασία στα άψυχα εμπόδια και στις βιτρίνες, να κινούμαστε αφαιρετικά αλλά όχι αφηρημένα.
Περάσαμε χέρι-χέρι το φανάρι στη συμβολή των λεωφόρων Πατησίων και Αλεξάνδρας και συνεχίσαμε αναζητώντας τη μικρή ζωντανή πλατεία. Η αυλή του Αρχαιολογικού Μουσείου δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε ποτέ να γίνει μια μικρή ζωντανή πλατεία, ίσως επειδή το Μουσείο είναι νεκρό και απόμακρο και το παρακείμενο καφεστιατόριο είναι κάτι μεταξύ καφενείου ΚΤΕΛ Κηφισού και ταβέρνας πλατείας Επταλόφου Παρνασίδος.
Ο περιβάλλον χώρος του Πολυτεχνείου βρωμούσε αφόρητα, όπως ένα εγκαταλελειμμένο δημόσιο ουρητήριο. Πιάσαμε την οδό Στουρνάρη, αποφεύγοντας το θλιβερό θέαμα του εσωτερικού χώρου του άλλοτε ΕΜΠ, και κατευθυνθήκαμε στην πλατεία Εξαρχείων. Κοντοσταθήκαμε στο κέντρο της και κοιταχτήκαμε στα μάτια, αναγνωρίζοντάς την με σιγουριά ως τη μικρή ζωντανή πλατεία. Καθήσαμε να φάμε ένα γλυκό ή αλμυρό, δεν ήμασταν σίγουροι γι’ αυτό. Εν τέλει, διαλέξαμε κάτι από τον κατάλογο… To service δεν ήταν καθόλου καλό, ωστόσο αφήσαμε κάτι pour boire.
“Φίλε, έχεις να μας δώσεις κανένα ψιλό να πιούμε λίγο κρασάκι;” Χωρίς να σταθεί εμπόδιο, από το πλάι, διακριτικά μας ρώτησε ένα από εκείνα τα παιδιά που ζωντανεύουν με την ειλικρίνειά τους την πλατεία. Εντελώς αυθόρμητα και κοιτάζοντάς τον στα μάτια θυμάμαι να του είπα: “Φίλε, δεν έχω ψιλά, μόλις τα έδωσα pour boire”. Αμέσως έστρεψα το βλέμμα μου στα μάτια της αγαπημένης μου και είδα πως ήταν έτοιμη να ανανεώσαμε τη συμφωνία μας: “να είμαστε αφαιρετικοί αλλά όχι αφηρημένοι”.
Πήραμε το δρόμο της επιστροφής, μαζί και ένα πολύτιμο tip περί “pour boire…”
—————-