ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Αρχείο για την κατηγορία ‘Contemporary Life Issues’

Απάντηση από το βήμα του Λαβυρίνθου

In Contemporary Life Issues, Critical Inquiry into National Concepts, People n’ Politics on Ιουνίου 22, 2009 at 12:20 μμ

Πάνε σχεδόν 3 χρόνια από τότε που έπαψα να αγοράζω εφημερίδα.

Πάνε περισσότερα από 3 χρόνια από τότε που οι δημοσιογράφοι, οι διευθυντές, οι εκδότες και οι επιχειρηματίες των ΜΜΕ άρχισαν να βλέπουν και να αισθάνονται που πάει η έντυπη δημοσιογραφία και η σχέση του αναγνώστη με το δημοσιογραφικό μέσο.

Τότε υπέβαλα ένα ερώτημα στο Βήμα και πήρα μια προσωπική-ειλικρινή απάντηση -προς τιμήν του ανθρώπου που μου την έδωσε. Σήμερα δεν χρειάζονται απαντήσεις, το πράγμα μιλάει από μόνο του, ξερνάει…. και ξερνάει… και τελειωμό δεν έχει. Το θέμα είναι ότι δεν έγινε τίποτα, μονάχα ανοχή…. και ανοχή…..

Περάσαμε πλέον στη βαρετή, στη βλακώδη μυθιστορηματική, και κυρίως στη διαφημιστική δημοσιογραφία.

Για φαντάσου…, να είσαι και να θέλεις ακόμα να λέγεσαι άνθρωπος των media, μικρού ή μεγάλου μέσου…

Παραθέτω την αλληλογραφία μου με το μέσο…

~~~~~~~~~~~~~~~

vima2geo

—– Forwarded by Μαρίζα Λάβδα/To Βήμα/ΔΟΛ ΑΕ/dolnet on 21/03/2006 09:02 μμ —–

Χρήστος Μεμής/To Βήμα/ΔΟΛ ΑΕ/dolnet

21/03/2006 08:21 μμ

To

Μαρίζα Λάβδα/To Βήμα/ΔΟΛ ΑΕ/dolnet@dolnet

Subject

Re: Fw: epistoli anagnwsti [sxolia gia tin prwti selida]Link

Τι κρίμα που οι περισσότεροι αναγνώστες του «Βήματος» δεν σκέφτονται σαν εσάς! Μέσα μας όλοι εδώ συμφωνούμε μαζί σας αλλά αυτό που τόσο σας άρεσε σε κείνο το πρωτοσέλιδο (άρεσε και σε μας, γι αυτό και το επιχειρήσαμε) μας έφερε από την πρώτη στην τέταρτη θέση των πωλήσεων, πράγμα που σημαινε σοβαρή οικονομική αιμορραγία. Οταν ζητήσαμε εξηγήσεις για την πτώση από το εμπορικό τμήμα μας, εντεταλμένο να παρακολουθεί σε καθημερινή βάση τη συμπεριφορά των αγοραστών εφημερίδων, μια από τις απαντήσεις έλεγε: Δεν προβάλατε ψηλά στην πρώτη σελίδα τις υπόλοιπες πλην Παπαρρηγοπούλου προσφορές (dvd, cd κλπ) και ήταν δύσκολο να τις ξεχωρίσουν οι αγοραστές στους πάγκους των εφημερίδων!
Συγχωρέστε μας λοιπόν την παρέκκλιση και συνεχίστε να μας τιμάτε με την προτίμησή σας

Για «Το Βήμα»

Χρ. Μεμής,
Διευθυντής Σύνταξης

ge02vima

Αξιότιμε κύριε Διευθυντά,

Γιατί παίζει με την αισθητική μας -εννοώ των αναγνωστών- το σχεδιαστικό / δημιουργικό / εμπορικό ή όπως αλλιώς αυτοπροσδιορίζεται το Τμήμα των εκδόσεών σας. Παρατηρώ πως κάθε φορά μετατοπίζεται -ανάλογα με το “ειδικό βάρος” της ένθεσης- το ΟΝΟΜΑ της εφημερίδας. Να μου συγχωρείτε τον χαρακτηρισμό, αλλά δεν μπορώ παρά να θεωρήσω βέβηλους εκείνους που κρεμάνε φαρδιά-πλατιά μια πλουμιστή ρεκλάμα (“patchwork”) στην κορυφή της πρώτης σελίδας, “υποβιβάζοντας” [κατά την ταπεινή μου άποψη] ένα Όνομα-Σύμβολο για τον Τύπο, τη Δημοκρατία και την Παιδεία του τόπου μας.

Δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως μέσα από ” ΤΟ ΒΗΜΑ” έμαθα να διαβάζω, να σκέπτομαι, να μιλάω, να διαλέγομαι, να αμφισβητώ, να διεκδικώ, να απολαμβάνω. Μέσα από την εφημερίδα σας αγάπησα το βιβλίο, καλλιέργησα την αισθητική του λόγου και της γραφής. Έμαθα την τέχνη της πένας και λευτέρωσα την ψυχή μου γράφοντας.

Είκοσι και πλέον χρόνια, βήμα τω βήμα έφτιαξα την περπατησιά μου, το ύφος μου, τις αρχές μου, τα ιδανικά μου, τις ιδέες μου, τις φιλίες μου. Προσπαθώ να είμαι σύγχρονος και τα καταφέρνω καλά. Προσαρμόζομαι εύκολα, παρ’ ότι πρωτόμαθα να γράφω με τους τόνους και τα πνεύματα.

Καμιά φορά βάζω και νερό στο κρασί μου, για να διατηρώ ισορροπίες με τους παλαιότερους, αλλά και για να μην έρχομαι σε ρήξη με τους πολύ φρέσκους. Μα δεν μπορώ να βάλλω το κάρο μπροστά από το άλογο, τούτο είναι θέμα αρχής. Φανταστείτε έναν πολιτικό να βάζει πάνω από το όνομά του, όχι το πορτρέτο του, αλλά τη ρεκλάμα του χορηγού του.

Αυτή η απόλυτη παράδοση στα τερτίπια της διαφήμισης ειλικρινά με τρομάζει, έως και αηδία μου προκαλεί. Πόση χαρά ένιωσα σαν αντίκρισα το κυριακάτικο φύλλο της  12ης Μαρτίου! Το όνομα στην κορυφή και η ρεκλάμα στον «πάτο». Αυτό είναι, είπα, αυτό είναι το «ΒΗΜΑ»! Δείτε τι ωραίο που είναι!

Διπλή η χαρά σαν είδα ότι μέσα στις σελίδες του κρύβει ένα βιβλίο από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγοπούλου. Μετά, την άλλη Κυριακή, πάλι η ρεκλάμα στην κορυφή. Πολύ βαριά, πολύχρωμη ρεκλάμα, δεν ξέρω και εγώ πόσα γιγαμπάιτ.

Σας παρακαλώ, μεριμνήστε. Πείτε στους διαφημιστές να βάζουν τη ρεκλάμα στο πλάι, στον πάτο, σε μιαν άκρη, κάθετη ή οριζόντια, όπως τους κάνει κέφι, όχι όμως στην ΚΟΡΥΦΗ. Ας σεβαστούν την Κορυφαία Φήμη που έχει το Όνομα. Ας σκεφτούν λίγο, ας σκεφτούν οι «κορυφαίοι» διαφημιστές.

Με εκτίμηση,

Γεώργιος Β. Σαρανταυγάς

και για την αντιγραφή

“Λαβύρινθος”

EuroCrisis.eu

In Contemporary Life Issues on Μαρτίου 31, 2009 at 6:33 μμ

Fine Arts Laboratory | Natasa Matraga

- painting

- picture writing

- engraving

- graphic design

at http://www.eurocrisis.eu

…σαν έτοιμος από καιρό

In Contemporary Life Issues, People n’ Politics on Φεβρουαρίου 25, 2008 at 11:32 πμ

Μα τι στο καλό? Πεθαμένοι είστε όλοι? Τελειωμένοι νέοι, παγιδευμένοι στη δίνη της εποχής. Εξαρτήματα που ψάχνουν απελπισμένα να μπουν σε ένα payroll. Μπλοκαρισμένα μυαλά που στριμώχνουν τα φρέσκα σώματά τους σε χαμηλοτάβανες ανήλιες αίθουσες κατάρτισης, αγόμενοι και φερόμενοι. Προς τι? Νέοι άνθρωποι, τύπου LLL (Life-Long-Learning), καταδικασμένοι να συσσωρεύουν πιστοποιητικά για να είναι πάντα έτοιμοι να δείξουν ότι είναι qualified, απασχολήσιμοι (sic), σκέτα resources στο έλεος της κρίσης του κάθε HR Manager [που δε διαφέρει σε τίποτα]. Θεέ μου, που επενδύονται[?] τα όνειρα? Φεύγει η ζωή και χάνεται, LLL….

ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΓΕΣΕΒΕ, ΠΟΕΣΥ, ΠΟΥΕΣΥ, ΟΥΣΤΕΣΥ…., μονάχα αρκτικόλεξα, σκέτα αρκτικόλεξα, τίποτα περισσότερο, καμία ουσία…Μια Ελλάδα εικοσιπέντε αιώνων εγκλωβισμένη σε αρκτικόλεξα.

Αποκαθηλώθηκε με συνοπτικές διαδικασίες η επιγραφή “Υπουργείο Εργασίας &…” και στη θέση της αναρτήθηκε μια άλλη ξεδιάντροπη, χυδαία, που μας πληροφορεί ότι τώρα έχουμε “Υπουργείο Απασχόλησης &…” που φροντίζει να είμαστε απασχολήσιμοι, που θέλει να είμαστε οι LLL, να γυρνάμε από ΚΕΚ σε ΚΕΚ, να γίνουμε ΚΕΚΕΔΕΣ, γεμίζοντας με ΛΕΚΕΔΕΣ γνώσης το CV μας. Κι’ ύστερα στη γύρα, μονίμως στη γύρα, παρακαλώντας να εκτιμήσουν τα πιστοποιημένα μας προσόντα. Κολοκύθια στο πάτερο…

Κόπτονται οι εργατοπατέρες και οι οργανώσεις τους για το δίκιο και την τιμή του εργάτη, για την προστασία της εργασίας και των δικαιωμάτων του εργαζόμενου. Γιατί δεν αντέδρασε κανένας όταν αποκαθηλώθηκε η επιγραφή? Δεν πόνεσε η ψυχής τους? Ούτε μια απλή διαμαρτυρία!

Αυτοί ανέκαθεν απέφευγαν την εργασία. Οι ίδιοι είχαν επιλέξει, προ πολλού, να είναι απασχολήσιμοι στις αυλές των κομμάτων, φελλοί, φαύλοι και ανώφελοι…

Λυπούμαι που θα το πω, αλλά δε συμμερίζομαι τις ανησυχίες της γενιάς των 700 ευρώ, ούτε εκείνες των γονιών τους. Χρειάζεται δυο μέρη το σαδομαζοχιστικό παιχνίδι, και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε διότι το παιχνίδι εξυπηρετούσε και τα δυο μέρη. Μόνη της φροντίζει να θεσμοθετηθεί -και θεσμοθετήθηκε- η γενιά των 700 ευρώ. Τόσο κυνηγούσε, τόσα της δώσανε! Αρκέστηκε στα τόσο, γιγαντώθηκε, εθιμοποιήθηκε, θεσμοθετήθηκε, έγινε πρόβλημα άλυτο. Λογικό είναι να υπάρχει μια και μόνο λύση! Λίγο παπαρουνόσπορο κάθε φορά (2-3%) και βλέπουμε…

Αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που ήξερες. Θα ‘πρεπε να ‘σουν έτοιμος και προετοιμασμένος πατριώτη. Δεν έχεις παρά να σκύψεις το κεφάλι. Εσύ έδωσες το δικαίωμα να μη σε λογαριάζουν.

Οι καταναλωτές περιμένουν το 13ο μισθό για να…

In Contemporary Life Issues on Δεκεμβρίου 9, 2007 at 11:53 μμ

Καλά εσύ, μωρή…, δεν χρειάστηκε ποτέ να κουνήσεις το κεφάλι σου για να ανακατευτεί το μυαλό σου. Πιθανώς να μην ανησύχησες ποτέ για το μέλλον σου. Είχες ΚΑΛΟΥΣ γονείς που φρόντισαν να χωθείς στην κρατική τηλεόραση για να ξεγνοιάσουν εκείνοι και να ζήσετε αμφότεροι το παραμυθάκι σας. Αυτά τα αετόπουλα που σε μανατζάρουν δεν φρόντισαν τουλάχιστον να σου δώσουν μια θέση στο παρασκήνιο? Κύριε ανταγωνιστικούλη μας εμπαίζετε επιδεικτικά…

Μα που στο διάολο το βρίσκετε τέτοιο θράσσος και μας κατσικώνεστε στο

σβέρκο (μας τ’ αρπάζετε και από την τσέπη) και νομίζετε, κιόλας, ότι μας παρέχετε ενημέρωση?

Αναφέρομαι σε ρεπορτάζ της ΕΤ1 για την κίνηση στην αγορά εν’ όψει των εορτών. Μας ενημερώνει το αστροπελέκι ότι “οι καταναλωτές περιμένουν τον 13ο μισθό για να…”. ΄Κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια, η βολεμένη ταυτίζει τον εαυτό της με όλους τους καταναλωτές και όλους τους καταναλωτές με τους υπαλληλοποιημένους και μισθοσυντήρητους. Χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο να αδειάσουν τα μυαλά μου μπας και γίνω μωρός σαν και αυτήν και ησυχάσω….

Θεέ μου σε τι χώρα ζούμε. Τι φασισμός και τη βλακεία μας επιβάλλεται, και την πληρώνουμε κιόλας. Το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω είναι να μην σας πληρώσω τα τέλη κύριοι της κρατικής τηλεόρασης. Αλλά αν δεν σας πληρώσω θα βάλετε την ΔΕΗ να μου κόψει το ρεύμα και να περάσω μαύρα Χριστούγεννα…

Από πουθενά δεν μπορώ να σας ξεφύγω. Συγχαρητήρια! Καταφέρνετε να παραμένετε τύραννοι το 2007 και να μην σας αγγίζει κανείς… !

Σκέφτομαι, αν δεν είχατε βολευτεί εκεί που έχετε βολευτεί….., ούτε μια γίδα από το σχοινί δεν θα μπορούσατε να ζήσετε…

Πείτε στο αστροπελέκι σας ότι εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες, άλλοι τόσοι άνεργοι και χαμηλοσυνταξιούχοι δεν περιμένουν 13ο μισθό…

Να χαίρεστε τη συλλογική σας βλακεία και καλές γιορτές.

ένας freelancer

“Δεν θα γίνει ποτέ ποιητής”

In Contemporary Life Issues, Literature / Poetry on Οκτωβρίου 31, 2007 at 1:43 μμ

Δεν είναι ποιητής και δεν υπάρχει καμία ελπίδα να γίνει ποτέ”, έγραφε ο Δ. Φωτιάδης, διευθυντής του περιοδικού “Νεοελληνικά Γράμματα”, απορρίπτοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του Εγγονόπουλου “Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν”, το 1938.

Καημένε Φω-τιά-δη!  Δεν θα μπορούσες ποτέ να διατυπώσεις ευφυώς τις επιφυλάξεις σου. Δεν θα μπορούσες ποτέ να υπάρξεις ευαίσθητος. Δεν θα μπορούσες ποτέ να υπάρξεις δημιουργός…

Κορυφαίοι, τότε, κακεντρεχείς και κακόγουστοι κριτικοί, αλλά -τουλάχιστον- εγγράμματοι. Κορυφαίοι…, σήμερα, ιδιοτελείς και κακόγουστοι, αλλά αγράμματοι διαφημιστές. Τότε ήταν μερικά πρόσωπα που συντηρούσαν έναν ελιτίστικο (sic) ανταγωνισμό. Σήμερα είναι ράτσα ολόκληρη και υπηρετεί με πάθος την κοινωνική μάστιγα, ήτοι το life style του καταναλωτισμού. Σήμερα δεν αποφαίνονται οι Φωτιάδηδες για το ποιος είναι και ποιος μπορεί να γίνει ποιητής. Σήμερα αποφαίνονται οι εμπορικοί διευθυντές κατόπιν υποδείξεων των αναλυτών καταναλωτικών συμπεριφορών [ζαγάρια] και τις αποφάνσεις τους υλοποιούν οι κορυφαίοι διαφημιστές [λυκοτσάκαλα].

Στν εποχή του Φωτιάδη μπορούσε να υπάρξει, και κατάφερε να υπάρξει, ο Εγγονόπουλος. Σήμερα δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει ο Εγγονόπουλος. Απλούστατα, διότι τα ζαγάρια και τα λυκοτσάκαλα δεν παλεύονται. Κι εμείς, οι καταναλωτές, δεν τους θέλουμε τους Εγγονόπουλους.

Ο Εγγονόπουλος υπήρξε ο Τελευταίος Εγγονόπουλος…

Θυμάμαι, πάνε δυο χρόνια τώρα, σήκωσα το τηλέφωνο και κάλεσα γνωστό εκδοτικό οίκο (με σήμα οικολογικό). Ζήτησα να μιλήσω με τον κ. …. (σ.σ. γνωστό εν ζωή ποιητή και κριτικό), γνωρίζοντας ότι έχει την ευθύνη αξιολόγησης των νέων εκδόσεων.  Ζήτησα να μάθω με ποιον τρόπο θα μπορούσα να του αποστείλω το χειρόγραφο της πρώτης ποιητικής μου συλλογής προκειμένου να αξιολογήσει το εκδοτικό της ενδιαφέρον. Στο άκουσμα και μόνο των λέξεων ”ποιητική συλλογή” εκδήλωσε αποστροφή και αδιαφορία [αν ήταν προσωπική ή του εκδοτικού οίκου, δεν γνωρίζω], λέγοντάς μου βιαστικά “στείλτε σε κανέναν άλλον, εμείς δεν ενδιαφερόμαστε, έχουμε κλείσει τον κατάλογό μας για το έτος 200#”. Δεν έδωσα συνέχεια στην κουβέντα μας. Κατάλαβα ότι δεν είχε νόημα.

Γι’ αυτόν τον άνθρωπο δεν έχει πει ποτέ, ούτε πρόκειται να πει ποτέ κανείς κριτικός ότι “δεν είναι ποιητής και δεν υπάρχει καμία ελπίδα να γίνει ποτέ”.  Έγινε ο ίδιος κριτικός και ποιητής και εμπορικός διευθυντοποιητής.

…., τι έχουν τα έρημα και ψοφάνε;

Άραγε θα σας θυμηθεί εσάς κανείς, στα 100 σας, κύριε διευθυντοποιητά;

Αφιερωμένο στους εμπορικούς διευθυντοποιητάς και στους κορυφαίους διαφημιστάς το ποίημα μου {από τη συλλογή “Εμπνευσμένες Σημειώσεις”}:

*** Ζωή στα γρήγορα  ***

Αργά, πολύ αργά κατάλαβα

Κοντά στην ώρα που μετάλαβα

Με περισσή σοφία θα σας το πω

Κείνο που χλεύαζα κι εγώ

Σαν συμβουλή οι γέροντες μου το ‘χαν δώσει

Μα εγώ ποτέ δεν το ‘χα αφομοιώσει

Σαν έλθει η γνώση, πάει το γρόσι’.

Τη γνώση που ‘ναι τώρα υπερβολή

Να μου τη δίναν’ προκαταβολή

Να ‘χαν αμφίδρομες ροές

Τούτες οι σύντομες ζωές

Αχ, και να ‘τανε δικαίωμα επιλογής

Ένα μικρό remake της ζωής.

Στα γρήγορα, στα γρήγορα εμείς

Να μην προφτάσει άλλος, κανείς

Δεν προλαβαίναμε ποτέ τις εποχές

Χρόνω τω χρόνω πυκνώνανε οι πτυχές

Δεν είχαμε ποτέ διανοηθεί πως ήταν λάθος

Υπηρετούσαμε, νομίζαμε, την τέλεια αισθητική με πάθος.

Γινόμασταν, κατά καιρούς, της επιτυχίας πρότυπες μορφές

Ακολουθούσαμε πιστά τις διεθνείς κοσμοπολίτικες επιταγές

Κανείς δεν φανταζότανε πως θα τελείωναν της νιότης οι εποχές

Είχαμε, βλέπετε, φόρμες που ήσαν στον κόσμο αρεστές

Μέχρι που έβγαλε, καθόλου ξαφνικά, διάγγελμα η ζωή

Έχει η φύση, λέει, άποψη αισθητική κι’ είναι η μόδα υπόθεση προσωπική.

Αργά, πολύ αργά κατάλαβα

Της προκομμένης μου ζωής τα έργα τα ανάλατα

Πνιγμένος, πλέον, σε αναρίθμητες πτυχώσεις

Όμοια εγώ με όλες τις άλλες περιπτώσεις

Αν δεν πολέμαγα το χρόνο, εκείνο τον πολύτιμο καιρό

Ίσως, με ένα καλό παράδειγμα, να είχα κάτι να σας πω.

Pour Boire

In Contemporary Life Issues, Critical Inquiry into National Concepts on Οκτωβρίου 19, 2007 at 1:58 μμ

Ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να έχω αυτοκίνητο σε αυτή την πόλη (σ.σ. στην Αθήνα). Ποια χρησιμότητα, άραγε, μπορεί να έχει το αυτοκίνητο, ειδικά όταν είσαι μόνιμος κάτοικος του Λαβυρίνθου. Ανέκαθεν πίστευα πως ό,τι μεταφέρει μόναχα τον εαυτό μας πρέπει να αρκείται σε έναν Χ2 μηχανισμό κίνησης (όπως τα 2 πόδια μας, ένα ποδήλατο, μια μοτοσικλέτα). Αντίθετα, ότι μεταφέρει εμπόρευμα χρειάζεται καλύτερη πρόσφυση, ενισχυμένο σασί και περισσότερο σύνθετο μηχανισμό κίνησης (όπως τα τετράποδα, τα 2Χ4 τετράτροχα και τα 4Χ4 τετράτροχα). Τα τρίποδα και τα τρίτροχα φαίνεται να ανταποκρίνονται σε ειδικές-πραγματικές ανάγκες, γι’ αυτό και σπανίζουν (π.χ. αναπηρικές μοτοσικλέτες, μεταφορικά scooter, τσιγγάνικα τρίκυκλα, κ.α.).

Ανέκαθεν ένιωθα την ανάγκη να φτάνω κάπου με το ραχάτι μου και πάντοτε με έναν δικό μου τρόπο, διαφορετικό τρόπο κάθε φορά.

Εχθές το βράδυ θελήσαμε, εγώ και η αγαπημένη μου, να κάνουμε έναν περίπατο στα στενά και στις λεωφρόρους του Λαβυρίνθου, με σκοπό να βρούμε μια μικρή ζωντανή πλατεία όπου συχνάζουν αυθεντικοί άνθρωποι του Λαβυρίνθου. Αφήσαμε πίσω μας την οδό Κυψέλης και ξεκινήσαμε, χέρι-χέρι, για να πιάσουμε την Πατησίων.  Δεν θυμάμαι, πόσες φορές αναγκαστήκαμε να αφήσουμε τα χέρια. Δεν θυμάμαι ανόητα πράγματα. Έχουμε κάνει μια συμφωνία την οποία ανανεώσαμε καθώς ξεκινούσαμε: να μη δίνουμε σημασία στα άψυχα εμπόδια και στις βιτρίνες, να κινούμαστε αφαιρετικά αλλά όχι αφηρημένα.

Περάσαμε χέρι-χέρι το φανάρι στη συμβολή των λεωφόρων Πατησίων και Αλεξάνδρας και συνεχίσαμε αναζητώντας τη μικρή ζωντανή πλατεία. Η αυλή του Αρχαιολογικού Μουσείου δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε ποτέ να γίνει μια μικρή ζωντανή πλατεία, ίσως επειδή το Μουσείο είναι νεκρό και απόμακρο και το παρακείμενο καφεστιατόριο είναι κάτι μεταξύ καφενείου ΚΤΕΛ Κηφισού και ταβέρνας πλατείας Επταλόφου Παρνασίδος.

Ο περιβάλλον χώρος του Πολυτεχνείου βρωμούσε αφόρητα, όπως ένα εγκαταλελειμμένο δημόσιο ουρητήριο. Πιάσαμε την οδό Στουρνάρη, αποφεύγοντας το θλιβερό θέαμα του εσωτερικού χώρου του άλλοτε ΕΜΠ, και κατευθυνθήκαμε στην πλατεία Εξαρχείων. Κοντοσταθήκαμε στο κέντρο της και κοιταχτήκαμε στα μάτια, αναγνωρίζοντάς την με σιγουριά ως τη μικρή ζωντανή πλατεία.  Καθήσαμε να φάμε ένα γλυκό ή αλμυρό, δεν ήμασταν σίγουροι γι’ αυτό. Εν τέλει, διαλέξαμε κάτι από τον κατάλογο… To service δεν ήταν καθόλου καλό, ωστόσο αφήσαμε κάτι pour boire.

“Φίλε, έχεις να μας δώσεις κανένα ψιλό να πιούμε λίγο κρασάκι;” Χωρίς να σταθεί εμπόδιο, από το πλάι, διακριτικά μας ρώτησε ένα από εκείνα τα παιδιά που ζωντανεύουν με την ειλικρίνειά τους την πλατεία. Εντελώς αυθόρμητα και κοιτάζοντάς τον στα μάτια θυμάμαι να του είπα: “Φίλε, δεν έχω ψιλά, μόλις τα έδωσα pour boire”.  Αμέσως έστρεψα το βλέμμα μου στα μάτια της αγαπημένης μου και είδα πως ήταν έτοιμη να ανανεώσαμε τη συμφωνία μας: “να είμαστε αφαιρετικοί αλλά όχι αφηρημένοι”.

Πήραμε το δρόμο της επιστροφής, μαζί και ένα πολύτιμο tip περί “pour boire…”

—————-